Stereosc2pe + Ship drawings | 1797-1855

Sketch of a warship, envelope dated 1855*                                                     Antique ship’s logbook, 1797


*Writing details an engagement in the Crimean War, by an observer who witnessed 
the first use of ironclads in warfare.


Stereosc2pe >


Κατά Σαδδουκαίων | Μιχάλης Κατσαρός, 1953

Μιχάλης Κατσαρός


Κατά Σαδδουκαίων


Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
Κραυγές απʼ τον προνάρθηκα του Ναού.
Απʼ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκηπος
Οι Χριστιανοί να ʽχουνε δούλους Χριστιανούς.
Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντι σας ένας μάρτυρας
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατους εγώ ανέδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου –
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απʼ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τʼ άλογα τους απʼ τον κάμπο μου•

δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους υπάτους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέληση μου που την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.


Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στέφανους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι
του Αυτοκράτορος
ʽτοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλιση τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέληση μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.



Ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου


Στις έξη και τριάντα στη Ρώμη
να μπαίνεις σαν έμπορας ή καμηλιέρης
μεταμορφωμένος σε συνοδό χρυσού
  και άσημο επισκέπτη –
κι όμως στον κόρφο σου να φέρνεις μυστικά
  γράμματα
του Δεκριανού 
κι αμέσως να διαδίδεται στις αγορές
μέσα στα ανάκτορα
      ότι κατέφθασε ένα πρόσωπο
               ν’ ανατινάξει την πόλη.
Ύστερα ν’ ανεβαίνεις τα αξιώματα
στους διαδρόμους να σε σταματούν έντρομα
  πρόσωπα
ο γραμματέας του αυτοκράτορος έμπιστα να ρωτά
να τερματίζεται η δεξίωσις
η φήμη να μεταφέρει το μπόι σου
να μεταφέρει τ’ άλογό σου –
ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου
έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος
τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία
περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά οπλοστάσια –
συγκάλεσε εκτάκτως Σύνοδο
κλείστε καλά τις εξώπορτες
ν’ ασφαλιστείτε.

Κι εσύ ήσυχα πάνω σε ξύλινα τραπέζια και
  καπηλιά
να προετοιμάζεις την ένδοξη παρουσία –
όμως – να εκφυλίζεσαι μετά σε αγοραίο ρήτορα
να κεραυνώνεις τα πλήθη με λόγους
να ξεχνάς τον προορισμό σου
να ξεχνάς τ’ άλογό σου
να προσπαθείς να φτάσεις με υπομνήματα
  τον αυτοκράτορα
να ζητάς πίστωση χρόνου
οι γραμματείς να σου απορρίπτουν
  την αίτηση –
Πώς γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;

Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
κι εσύ αφομοιώθηκες;



Το σχήμα μου


Θα προσπαθήσω να δώσω το σχῆμα μου
ὅπως συντρίβεται σε δυο λιθάρια
θασκεφτῶ ὑπόχρεος ἀπέναντί σου
θα στήσω τη φοβερή ὀμπρέλα μου
με τις μπαλένες ἀπ᾿ το πρόσωπό μου
μαύρη ὑγρή ἀκατανόητη
ἀπ᾿ τον καιρό που ἤτανε ἀσπίδα
που ἦταν ταπεινό κυκλάμινο
και μια ρομφαία.

Θέλω να μιλήσω ἁπλά για την ἀγάπη
των ἀνθρώπων
και παρεμβαίνουν οἱ θύελλες
παρεμβαίνει το πλῆθος
το στῆθος μου
το τρομερό ἡφαίστειο που λειτουργεῖ
κάτ᾿ ἀπο πέτρες.
Τα φριχτά ἐρωτήματα παραμένουν ἐπίμονα
μαῦρα ὑγρά ἀκατανόητα
παραμένουν ἐπίσημα
σαν σαρτεβάλια.
Ὅσο ἀπ᾿ τις μικρές καλύβες να γελοῦν
ὅσοι οι χωρικοί να μπαίνουν στα ἐργοστάσια
ο πύργος μας καίγεται
θ᾿ ἀφήσουν ἐποχή οἱ ἔνδοξες μέρες
ὅλα τ᾿ ἀπόκρυφα χειρόγραφα θα ἐπιστραφοῦν
ἀπο σοφούς και μάντεις.

Μετά το θέμα μας χάθηκε.
Δεν ἔχομε τίποτα να σᾶς ποῦμε
ἔτσι που ὅλα προδοθήκανε
ἔτσι που ὅλα λύσαν τους ἁρμούς
απο πίστη σε πίστη
απο ὑπόγειο σε ὑπόγειο
απο πρόσωπο σε πρόσωπο
δεν ἔχομε τίποτα να σᾶς ποῦμε.

Βαθιά στις ρίζες του δέντρου σας
μαζί με τους τυφλοπόντικες
μαζί με τους καταποντισμένους πίθηκους
σε σκοτεινούς ὑποχθόνιους κρότους
ἀσθμαίνοντας μετατοπίζομαι 
-ἀνακατωμένοι οι βρόγχοι-
βαθιά στα ξερά λιβάδια σας πέφτει καινούργια 
ἀθόρυβη βροχή
ὅπου συντρίβει
ὅπου ἀνθίζει τα χέρια μας ἀπ᾿ τις δικές σας
πληγές
οπου γεμίζουν τ᾿ ἄδειά μας σταμνιά
κερί και μέλι.

Κάποτε θ᾿ ἀνεβοῦμε καθώς προζύμι
ο σιδερένιος κλοιός θα ραγιστεῖ 
τα ὄρη σας ὅπως πυκνά σύννεφα θα χωριστοῦν
οἱ κόσμοι θα τρίξουν
στις ἔντρομες αἴθουσες οἱ ρήτορες θα
σωπάσουν
και θ᾿ ἀκουστεῖ η φωνή μου:
«Οι νέοι πρίγκιπες με σάλπιγγες και νέες
στολές
οἱ νέοι συμβουλάτορες οι νέοι παπάδες
οἱ πρόεδροι και τα συμβούλια και οἱ ἐπιτροπές
ὅλοι οι μάγοι προφεσόροι...»

Περιμένετε αὐτη τη φωνή.
Ἔτσι θ᾿ ἀρχίζει.



Η διαθήκη μου ~


Αντισταθείτε
σʼ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σʼ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σʼ αυτόν που χαιρετάει απʼ την εξέδρα ώρες
ατελείωτες τις παρελάσεις
σʼ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σʼ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σʼ όλα τʼ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σʼ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές στις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σʼ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σʼ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.



Θα σας περιμένω


Θασας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα ἀδιάφορος-
Δεν ἔχω πια τί ἄλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν το τέλος μου
ἀνάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεῶνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας ἀδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ἔνδοξες μέρες.

Πίσω ἀπο το χάρτινο κῆπο σας
πίσω ἀπο το χάρτινο πρόσωπό σας
ἐγωθα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο ἄνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μην ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα ἔχει πολύ ξηρασία.



Υστερόγραφο


Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
– καθώς διαβάστηκε –
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.
Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν –
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
ποιος είναι αυτός που πνίγει.
Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.



Κατα Σαδδουκαίων, Μιχάλης Κατσαρός, 1953


Κατά Σαδδουκαίων, πρώτη έκδοση, Αύγ. 1953


~“Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ‘Δημοκρατικός Τύπος’ λογοκριμένο από προοδευτικό διανοούμενο. Αναγκάστηκα να διαμαρτυρηθώ στο επόμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας με το Υστερόγραφο”. Μιχάλης Κατσαρός

“Σαδδουκαίοι”, οπαδοί Ιουδαϊκής αίρεσης η οποία ιδρύθηκε κατά τα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνος, αντιπολιτευόταν (κατά τον 2ο αιώνα) τους φαρισαίους, ήσαν προσκολλημένοι στο γράμμα του νόμου, παραμελούσαν την προφητική διδασκαλία, απέρριπταν την παράδοση, και δεν παραδέχονταν την αθανασία της ψυχής και την ανάσταση των νεκρών. Τέλος, απέδιδαν μεγάλη σημασία στους τύπους των ιεροτελεστιών, και λάτρευαν την ευζωία και τις διασκεδάσεις.

^Δεκριανός: Σοφιστής με καταγωγή από την Πάτρα



Μιχάλης Κατσαρός (π.1921 - 1998)

Γεννήθηκε στην Κυπαρισσία. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες και ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Πήρε μέρος στο Αλβανικό έπος, ως αεροπόρος. Στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής έδωσε μάχες μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Βασανίστηκε άγρια, όταν τον παρέδωσαν συνεργάτες των Γερμανών στην Γκεστάπο,

Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, με τη δημοσίευση του ποιήματος «Το Μπαρμπερίνικο καράβι» στα Ελεύθερα Γράμματα. Επίσης, στο ίδιο έτος -και στο ίδιο περιοδικό- δημοσίευσε, σε ελεύθερο στίχο, το ποίημα «Βγενιώ».

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: "Μεσολόγγι" (1949), "Κατά Σαδδουκαίων" (1953), "Οροπέδιο" (1956), "Σύγγραμμα" (1975), "Πρόβα και Ωδές" (1975), "Ενδύματα" (1977), "Αλφαβητάριο - Ποιήματα Α-Ω" (1978), "Ονόματα" (1980), "3Μ+3Μ:6Μ", (1981), "4 Μαζινό" (1982) (β' έκδοση 1996), "Μείον Ωά" (1985), "Ο πατέρας του ποιητή" (1986), "Κορέκτ, Φόβος Ποιητή" (1996), "Καζαμίας Ελλήνων" (1997). Ακόμα έχει δημοσιεύσει τα φιλοσοφικά κείμενα "Χρονικόν Μορέως" (1973), "Πας-Λακίς Michelet" (1983), "Σύγχρονες Μπροσούρες" (1977-78), "Το Κράτος Εργοδότης" (1978), "Αυτοκρατορική Πραγματικότητα" (1995) (δίγλωσση έκδοση) καθώς και το μυθιστόρημα "Οι Συλλέκται της Μονόχρα" (1980).


Γιάννης Στεφανάκις, Κατά Σαδδουκαίων


Also:


The Factory Years | Velvet Underground, Nico & Andy Warhol, New York, 1965-67

Adam Ritchie, Lou Reed & John Cale performing at Cafe Bizarre, 1965
Adam Ritchie, John Cale performing at Delmonico's, New York City, 1966
Gerard Malanga, The Velvet Underground, New York City, 1966
Steve Schapiro - Lou Reed, Sterling Morrison &  John Cale, Scepter Studios, New York   
Lisa Law, Nico Performing with the V.U., The Trip, Sunset Strip, West Hollywood, 1966
 N.Y. street, 1960s
Lou Reed at the luncheonette on the corner of 47th Street and 3rd Avenue, 1967
Steve Schapiro, Velvet Underground performing, 1966 
Nico at the Village Voice, February 9 1967
 Steve Schapiro, Nico & Lou Reed  
V. U. at the Factory
Steve Schapiro, Andy Warhol & Velvet Underground
Billy Name - V. U. , Nico, Andy Warhol, Mary Woronov and Gerard Malanga at Warhol’s Silver Factory, 1966
Joel Meyerowitz, John Cale and Lou Reed, 5th Avenue, N Y, 1968     John Cale and Andy Warhol 
Velvet Underground at the Factory, 1966

Velvet Underground at The Factory and at Paraphernalia, 1966

Velvet Unergound, 1965                                                VU & Nico, 1966

John Cale and Nico
Lou Reed, Sterling Morrison, Nico, Maureen Tucker, and John Cale

 Paul Morrissey - The Velvet Underground and Nico: A Symphony of Sound. 1966

Velvet Underground at the Factory
Andy Warhol, V. U. at the Factory
The Velvet Underground and Nico in Long Island, N. Y., as part of the Exploding Plastic Inevitable, 1966
The Velvet Underground East Village, New York April 7, 1966
 the V.U. & the Exploding Plastic Inevitable, 1966 
Lou Reed & John Cale 
 Lou Reed
Moe Tucker, John Cale, Lou Reed
Velvet Underground
Adam Ritchie, Velvet Underground at Delmonico's, 1965-6 
Steve Schapiro, Velvet Underground performing, 1966  


Exploding Plastic Inevitable, including Andy Warhol's Screen Test with Baby Jane Holzer, 1966 


The Factory was Andy Warhol's New York City studio. The original Factory was on the fifth floor at 
231 East 47th Street, in Midtown Manhattan.

"The Velvets' preterite view of the world, of the present as an assemblage of recent pasts, fusing dimly connected elements 
(modern jazz, doo-wop, rockabilly - 'Put it all together and you end up with me' - Reed), will remain influential whenever 
crises in periods of transition lead listeners to dwell in a dark place, a velvet underground perhaps, for the sake of stasis."

"will always be examined by those who are out of kilter with contemporary life, and who reject communal counteraction. 

"They will seek solace in this idiosyncratic clash of creative individuals who only half comprehended their own influences - 
Reed's Beat poetry, Cale's fusion of LaMonte Young and Phil Spector, Morrison's rock 'n' roll, Tucker's African drumming.

"The Velvet Underground is existential proof that four halves make a whole."

Richard Witts, The Velvet Underground, 2006


 Andy Warhol Velvet Underground debut album, The Velvet Underground & Nico, 1967  Verve Records


Herbarium *|c - Salvia officinalis

Salvia officinalis 


Salvia officinalis (sage, also called garden sage, common sage, or culinary sage) is a perennial, evergreen subshrub, with woody stems, grayish leaves, and blue to purplish flowers. It is a member of the mint family Lamiaceae and native to the Mediterranean region, though it has naturalized in many places throughout the world.

Salvia officinalis has been used since ancient times for warding off evil, snakebites, increasing women's fertility, and more. Theophrastus wrote about two different sages, a wild undershrub he called sphakos, and a similar cultivated plant he called elelisphakos.

John Gerard's Herball (1597) states that sage "is singularly good for the head and brain, it quickeneth the senses and memory, strengtheneth the sinews, restoreth health to those that have the palsy, and taketh away shakey trembling of the members.




Landscapes | Etchings by Gisèle Celan-Lestrange, 1927-1991



Gisele Lestrange and Paul Celan 


Gisele Lestrange

Born in Paris, she studied drawing and painting at the Académie Julian in Paris from 1945 to 1949, and then etching 
at the Atelier Friedlaender, in Paris, from 1954 to 1957. She became a well-known engraver, working for the atelier 
Lacourière-Frélaut in Paris. On 21 December 1952 she married the poet Paul Celan.

As a graphic artist, she illustrated the works of a number of well-known poets. Many of her works are linked to the 
poems of Paul Celan.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...