Κωστής Παπαγιώργης / Χρήστος Βακαλόπουλος


Χρῆστος Βακαλόπουλος ( 1956-1993) / Κωστῆς Παπαγιώργης ( 1947-2014)


Ὅταν πεθαίνει ἕνας φίλος, ἔστω καὶ γιὰ λίγες μέρες γινόμαστε ὅλοι αἰσθητὰ καλύτεροι. Σάμπως νὰ προστέθηκαν μερικὲς νέες μέρες στὸ ἡμερολόγιο, οἱ συμπεριφορὲς ἔχουν μία φρέσκια βαθύτητα. Οἱ γνωστοὶ γίνονται ἐπιστήθιοι φίλοι καὶ οἱ φίλοι συγγενεῖς, καθὼς ἀπὸ κοινοῦ ἀπολαμβάνουμε μὲ σκοτοδίνη τὴν κακὴ ἀνάσα τοῦ θανατικοῦ, ποὺ εἰσάγει ἀκαριαία στὰ πράγματα ἕνα ἄλλο ρίγος. Μολονότι ἀπειράριθμοι ἀπὸ καταβολῆς ἀνθρωπίνου γένους, μιλιούνια σκιῶν ποὺ μνησικακοῦν ἀπέναντι στὸν χρόνο, οἱ νεκροὶ βαραίνουν στὶς ψυχές τῶν ζωντανῶν καὶ τὶς πιλατεύουν εὐεργετικὰ μόνον ὅταν εἶναι κοντινοὶ - ἀπὸ σάρκα ἢ ἀπὸ καρδιά. Ὁ ξένος νεκρὸς δὲν ὑπολογίζεται. Ἀνήκει στὰ κατάστιχα τῆς στατιστικῆς καὶ στὰ τερατώδη καμώματα τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀντίθετα, ὁ δικός μας νεκρός, ὁ χτεσινὸς φίλος ποὺ χάριζε νόημα μὲ κάθε του κίνηση στὴν ἀνομολόγητη συνενοχή, ἀποκτᾶ ἀνυπολόγιστα δικαιώματα. Αἰφνίδια μεταμορφώνεται σὲ ἄφαντο θεὸ ποὺ σὲ περιεργάζεται σὲ κάθε τόπο καὶ σὲ κάθε στιγμή, ἀδειάζει τὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ του παρουσία, γιὰ νὰ μετουσιωθεῖ σὲ πανίσχυρη δεισιδαιμονία. Ὅτι εἴχαμε τοῦ ἀνήκει, ὅτι κάνουμε τὸ διεκδικεῖ. Στὰ πάντα σπεύδει πρὶν ἀπό μᾶς, στὰ πάντα μᾶς ἀφήνει προσωρινὰ ἐλεύθερους. Νεκρὸς γιὰ τὰ καλά, σφιχταγκαλιασμένος μὲ τὸ ἀναπότρεπτο, δὲν ἐπιτρέπει κανένα περιθώριο ἐλπίδας.

   Ἂν στὴν καθημερινὴ συνάφεια κάθε στιγμὴ παριστάνει τὴν σταγόνα ποὺ καθρεφτίζει ἀπατηλὰ τὸ ψέμμα καὶ τὴν ἀλήθεια, στὴν αἰωνιότητα τοῦ νεκροῦ - αὐτὴ τὴν ἀδιατάρακτη σιωπὴ ποὺ ἀψηφᾶ τὴν ἡλικία- δὲν ἔχει πέραση κανένα τέχνασμα. Ἀκόμα καὶ ὁ θρῆνος εἶναι ἕνας τρόπος τοῦ ζωντανοῦ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν πόνο του. Ὁ νεκρὸς εἶναι πλέον ἀπόλυτα σοβαρός, ἀνέκφραστος ἀπὸ τὴν πολὺ εὐθύνη. Σὰν τὰ παιδιά, λοιπόν, πού παίζουν μπροστὰ στὸν ἀνδριάντα τοῦ ἀγέλαστου προγόνου, ἀλλάζουμε ψιθύρους καὶ βλέμματα, γιὰ νὰ ξαναβροῦμε τὴν ἀνασφαλῆ ἄνεση τῶν ζωντανῶν. Δὲν ὑπάρχει πιὰ ἀναχώρηση καὶ ἄφιξη. Καταργήθηκαν διὰ παντὸς τὰ βήματα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πλησιάζει μὲ τὴν ψυχὴ στὸ πρόσωπο. Τὸ μόνο σπίτι ποὺ τὸν στεγάζει δὲν εἶναι ἡ πόλη, ὁ κόσμος, ἡ οἰκουμένη καὶ κατοικημένη. Ὁ νεκρὸς ὑπάρχει πλέον μονάχα στὴν καρδιά μας. Καὶ ἀκόμα βαθύτερα.

   Εἶναι πιὰ ὁ σιωπηλὸς τῶν σιωπηλῶν.


Κωστής Παπαγιώργης, Γεια σου, Ασημάκη, 1993 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...