Φιλολογικό καφενείο: Το Μπάγκειον | πλατεία Ομονοίας 18 & Αθηνάς 64













Το τετραώροφο ξενοδοχείο (Μ)πάγκειον οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1890-1894, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ernst Ziller (1837-1923), κατόπιν δωρεάς του Ιωάννη Μπάγκα (ή Πάγκα). Στο σημείο εκείνο προϋπήρχε οικία, στην οποία διέμενε η οικογένεια του Χαρίλαου Τρικούπη, μέχρι το 1883.
Στο υπόγειο λειτουργούσε καφενείο - λουκουματζίδικο.



Επρόκειτο για ένα υπόγειο στρωμένο με χρωματιστές πλάκες και μία μεγάλη αίθουσα, στο βάθος της οποίας υπήρχε ένα ικρίωμα για τις όχι και τόσο καλλίφωνες τραγουδίστριες, «εν κλειδοκύμβαλον και τρεις οργανοκρούσται». Υπήρχε όμως και μία ακόμη αίθουσα μικρότερη, με ξεθωριασμένους από την πολυκαιρία καθρέφτες και φωτογραφίες στους τοίχους, πονηρά «σανιδόφρακτα διαμερίσματα».
Εκεί σύχναζαν οι ίδιες πάντοτε φυσιογνωμίες: νεαροί φοιτητές, κάπου-κάπου μερικοί αξιωματικοί και άνεργοι που… ζούσαν από άγνωστους πόρους. Δυο – τρεις ευτραφείς γριές, οι «μαμάδες», οι οποίες λειτουργούσαν ως κινητά ταμεία και «ιματιοφυλάκια των θυγατέρων», τέσσερις Ιταλίδες αδελφές και μερικές κοπέλες ακόμη διαφορετικών εθνικοτήτων αποτελούσαν το εμφανές προσωπικό του μαγαζιού. Πηγαινοέρχονταν τραγουδώντας και πίνοντας διαρκώς από απλό κονιάκ μέχρι μπίρα Μονάχου και αθώο τσαγάκι. Φιλούσαν η μία την άλλη προκλητικά και αντάλλασσαν αγριωπά βλέμματα όταν το ίδιο θήραμα προσέβαλε τις χορδές της ευαισθησίας και της αφοσίωσής τους… Γνωστές κοπέλες του «Μπαγκείου» εκείνη την εποχή ήταν η Φαουστίνα, μια εικοσάρα εύσωμη, σαρκώδης και βωμολόχος, και η Σουζάν, μια γλυκιά, μικροκαμωμένη, ήρεμη και ασθενική κοπέλα. Στο τέλος, για άγνωστους λόγους, η Σούζαν βύθισε ένα μαχαίρι στην κοιλιά της συναδέλφου της Φαουστίνας… Αυτός ήταν ο κόσμος του «Μπαγκείου», του καφέ σαντάν της Ομόνοιας.
 ...


Η ειρωνεία της τύχης και της ζωής ήθελε τον ίδιο χώρο να μετατρέπεται, αρκετά χρόνια αργότερα, πρώτα σε ζαχαροπλαστείο και λουκουματζίδικο και στις αρχές της δεκαετίας του 1920 σε ένα από τα σημαντικότερα φιλολογικά στέκια των Αθηνών.
Η μετατροπή του υπογείου σε κέντρο λογίων και λογοτεχνών οφειλόταν στον Μάριο Βαϊάνο. > 
Εραστές της Τέχνης πέρασαν από κει, όπως οι Τέλλος Άγρας, Μίμης Ψαθάς, Μίνως Ζώτος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ορέστης Λάσκος, Νίκος Βέλμος, Φώτος Γιοφύλλης, Κώστας Βάρναλης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Γιάννης Ρίτσος, Κώστας Οὐράνης, Άγγελος Τερζάκης, Κώστας Βάρναλης, Μυρτιώτισσα, Μήτσος Παπανικολάου, Τεύκρος Ανθίας, Νίκος Σαράβας, Κλέων Παράσχος  κ. ά.
 (Ο ΜΙΚΡΟΣ ΡΩΜΗΟΣ)


«Το Μπάγκειον αποτελούσε καταφύγιο και για πολλούς νέους λογοτέχνες και οι συναναστροφές τους αυτές επέδρασαν δημιουργικά στη μετέπειτα συγγραφική τους δραστηριότητα. Παρακολουθώντας τίς σχετικές συζητήσεις διαμόρφωναν μια σφαιρική αντίληψη για τη λογοτεχνία, ενώ παράλληλα είχαν ακροατές για να διαβάζουν έργα τους και να δέχονται τις παρατηρήσεις των εμπειρότερων.

 Ένας ελάχιστα γνωστός Κρητικός ποιητής, ό Π. Στυλίτης [Γιαννακουδάκης], απαντώντας σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου είπε «η ερώτηση σας μου θυμίζει μια φιλολογική συντροφιά της Αθήνας στα 1928, τον κύκλο του “Μπαγκείου”, το Χάγερ-Μπουφίδη, τον Ρίτσο, τον Άνθια, τον Παύλο Κριναίο, το μακαρίτη Ζώτο, κι άλλους. Σ’ αυτούς έδειξα τότε τους πρώτους μου στίχους»
Εφ. Κρητική Φωνή, 11.12.1937


< Frederic Boissonnas, οδός Αθηνάς, 1920  

     
ΓΚΟΡΠΑΣ : Για μια περίοδο είναι το πρώτο στέκι. Οι άλλοι όμως που πάνε ως εκεί, έχουν περάσει από άλλα παλαιότερα στέκια, προηγούμενα στέκια, είναι αμέτρητα. Λοιπόν, ο νεανικός πυρήνας στο Μπάγκειον είναι από 19 μέχρι 25, αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που είναι και 70. Φερειπείν υπάρχει ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, που έγινε πολιτικός διάσημος μετά, συχνάζει εκεί, που είναι γεννημένος το 1876. Στο Μπάγκειον , στο υπόγειο που είναι μέχρι τις 10 η ώρα, μετά κλείνει γιατί πάει μια ορχήστρα με μπουζούκια και παίζει μέχρι το πρωί. Γι αυτό πολλοί από αυτούς, πάνε και στα μπουζούκια, όλοι αυτοί που μιλάμε τώρα. Όταν λέμε μπουζούκια εννοούμε λαϊκά κέντρα. Η Ρόζα Εσκενάζυ, εκεί τραγουδάει.
Ο Θωμάς Γκόρπας στον Μανώλη Νταλούκα...)


 < οδός Σταδίου, 1930



Κάτω απ’ τα τόξα του υπογείου με τις τεφρές σκιές των,
και μες στην κούφια ατμόσφαιρα που μια σιγή αντηχεί,
της Κοινωνίας οι άχρηστοι κηφήνες, μοναχοί,
στο περιθώριον της ζωής διαγράφουν τις τροχιές των.

Και να, εκειδά στον καναπέ ο Μαρτίνος λυπημένος
για της Γιολάντας τον καημό χαμογελάει πικρά.
Ενώ ο Μπολέτσης σκυθρωπός, με τα όνειρα νεκρά,
στο τραπεζάκι αναγερτός καπνίζει αφηρημένος.

Ο Μπέζος, ο ήρεμος κι ωχρός, κι άλλοι δυο τρεις ζωγράφοι,
μες στο καρνέ τους μολυβιές τραβούν μηχανικώς.
Κι όμοια σαν μούμια αιγυπτιακή ο Βαγιάνος σοβαρός
μιαν απ’ τις μύριες κριτικές περί Καβάφη γράφει.

Ο Ζώτος, ο άρρωστος ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα,
κάποιο τραγούδι σιγανά απαγγέλλει με λυγμούς.
Ενώ ο Μαράκης δίπλα του μουντός μες στους καπνούς,
χαράζει αδρά στο μούτρο του κάποια στυγνή γκριμάτσα.

Εκεί πιο πέρα ο Θοδωρής ο σαρκαστής, κι ο αστείος,
βήχοντας φτύνει αδιάφορος μια αιμάτινη σταλιά.
Κι ο Ανθίας ο αιθερομανής ποιητής σε μια γωνιά,
με μάτια κόκκινα, θολά, μονολογεί ηλιθίως.

Κι εγώ, που ως μες στα κύτταρα χωρίς να υπάρχει λόγος,
μια πλήξη απροσδιόριστη με κυβερνάει καιρό,
με την τρανήν αμφιβολία ενός Άμλετ στο μυαλό
τοποθετούμαι μες σ’ αυτό το πλαίσιον… αναλόγως.


* Εκεί, λέγεται πως ηχογραφήθηκε  το πρώτο τραγούδι με μπουζούκι στην ελληνική δισκογραφία, το «Καραντουζένι» του Μάρκου Βαμβακάρη.
** Στα τραπέζια του έγραφε ο ποιητής Μίνως Ζώτος παθιασμένα ποιήματα στη λατρεμένη του Μαρία Πολυδούρη - οι φήμες, μάλιστα, λένε πως αυτοκτόνησε για χάρη της λίγες ώρες αφότου άφησε ένα ποίημα στο περβάζι του Μπάγκειου. (...)

Also:

1 σχόλιο:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...