Επιστολή προς τον Δημήτρη Πικιώνη | Giorgio de Chirico, 1912



Επιστολή του Giorgio de Chirico (Βόλος, 10.07.1888 – Ρώμη, 20.11.1978) προς τον Δημήτρη Πικιώνη στο Παρίσι, το 1912.




Στα Αυτοβιογραφικά Σημειώματα του Δημήτρη Πικιώνη, αναφορά στην παραπάνω επιστολή:



[…] ''Γυρίζοντας με λεωφορείο από την πλατεία Ομονοίας στο ξενοδοχείο που έμενα, στο Καρτιέ-Λατέν, τον τελευταίο μήνα πριν απ’ τον γυρισμό μου στην Ελλάδα, ήρθε κι εκάθισε απέναντί μου ακριβώς ο G. de Chirico. Χαιρετιστήκαμε με θέρμη, και πάραυτα εκείνος άρχισε να μου μιλάει για τη σημασία που ’δινε σε τέτοια συναντήματα, σημασία μεταφυσική, ταυτόσημη με τη σημασία που δίνανε οι αρχαίοι στους οιωνούς… Μου μίλησε για τον Μπαίκλιν, αναφέροντας πως αυτός είναι – όπως είχε πει κι ο Νίτσε – ο μόνος μεταφυσικός ζωγράφος. Του αντέτεινα πως τα κοσμοθεωρητικά ιδεώδη μιας τέχνης έχουν πρωταρχική σημασία, μα πως άλλη τόσην έχει η έγκυρη συμβολική έκφραση των ιδεωδών τούτων στη γλώσσα της τέχνης.
Συνεχίζοντας, μου είπε πως μια φθινοπωρινή μέρα, κάτω από έναν ουρανό διαυγή (limpido ήταν η λέξη που μεταχειρίστηκε), κι ακούγοντας το μουρμούρισμα των σιντριβανιών, ανακάλυψε σ’ ένα παλαιοπωλείο τη θεωρία του αιώνιου γυρισμού, του Νίτσε. Εις τα έργα του Ηράκλειτου βρήκε υστερότερα την επίρρωση της αινιγματικής θεώρησης του κόσμου.
Με κάλεσε να πάμε σπίτι. Ήμουν ο πρώτος καλλιτέχνης στο Παρίσι που του ’δειχνε τα από τη μεταφυσική τούτη θεώρηση, που είχε μέσα του καταρτίσει, εμπνεόμενα έργα του… Ένα πορτρέτο του εαυτού του, φτιαγμένο με μια τεχνική που αμέσως αναγνώριζε κανείς πως ήταν η μόνη αρμόδια για τους ιδεώδους τούτου την έκφραση. Τόση ήταν η απλότης, η εγκράτεια και η πέρα από κάθε εφήμερο αναγωγή της εις το αιώνιο. Εμπρός από ένα άνοιγμα, που άφηνε να διαφαίνεται ένας διαυγής κρύος πρασινοκύανος ουρανός, εικονιζόταν ο καλλιτέχνης ντυμένος στα μαύρα, σε βαθιάν ενατένιση των οραμάτων του. Από κάτω ήτα γραμμένα τούτα τα λόγια: «QUID AMABO NISI QUOD AENIGMA EST» Και εις τ’ άλλα τα έργα, η λεπτή γραμμή που διεχώριζε το φως απ’ τη σκιά, απάνω στο νοτισμένο απ’ τη βροχή χώμα ήταν ένα μυστήριο. Σ’ ένα χτίριο το ρολόι έδειχνε την ώρα. Και πάντα, σε όλα, ο διαυγής ουρανός του φθινοπώρου. Σ’ ένα άλλο, το ιστίο του πλοίου που μισοφαίνεται σημαίνει το μυστήριο του μισεμού. Βαθιά αινίγματα των μισεμών και των γυρισμών όπου απάνωθέ τους βαριά πέφτει η σκιά της μοίρας… Αινίγματα τα τόξα των στοών, αίνιγμα το άγαλμα της Αριάδνης όπου απάνω του πέφτει το φως του φθινοπώρου… «Η λατινική είναι η γλώσσα που μπορεί να εκφράζει καλύτερα από κάθε άλλη τα μυστήρια τούτα» μου έλεγε. «Η ρωμαϊκή Αρχιτεκτονική, το ίδιο. Η Ρώμη, ο τόπος των μυστηρίων τούτων…» Σ’ ολίγες μέρες ελάβαινα ένα γράμμα του γραμμένο ελληνικά που άρχιζε έτσι:
«Αξιότιμε φίλε, Αισθάνομαι την ανάγκην να σε ιδώ και να ομιλήσω μαζί σου, διότι συμβαίνει κάτι το νέον εν τη ζωή μου…» Δεν περισσεύει ο χρόνος για ν’ αναπτύξω εδώ τις αντιδράσεις μου. Συναντηθήκαμε πολλές φορές συζητώντας ώρες μακριές για το μεταφυσικό φως που ’ριχνε απάνω στη ζωή η θεωρία τούτη που εκόμιζε ο G. de Chirico. Ανέβαλα μάλιστα την αναχώρησή μου. Το τελευταίο βράδυ εδείπνησα μαζί με τον καλλιτέχνη και τη μητέρα του. Η πραγματικότητα μου φαινόταν ασήμαντη και χυδαία κάτω απ’ το αποκαλυπτικό φως της υψηλής του θεωρίας.
Τέλος, εσήμανε και για μας η αινιγματική ώρα του χωρισμού. Την άλλη μέρα έφευγα για την Ελλάδα.''



 Δ. Πικιώνης, Κείμενα, επιμ. Αγνή Πικιώνη – Μιχάλης Παρούσης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1985

* Εκτίθεται στην Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Κριεζώτου 3, Αθήνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...