Υ.Γ. | Μανόλης Αναγνωστάκης (1983)


 Υ.Γ., 1983, εκτός εμπορίου                                                            Μανόλης Αναγνωστάκης 



Δε θέλω να γνωρίσω πάρα πολύ τους ανθρώπους.

Όλα προς τι;

Ζήσαμε παιδικά χρόνια, νιότη - διαφορετικά.

Δεν ήταν δειλός γιατί είχε συναίσθηση της δειλίας του.

Η φοβερή εξυπνάδα του, χωρίς ίχνος ευαισθησίας.

Τα φτωχόπαιδα που έγιναν αφεντικά.

Ζήσαμε, εννοούν γλεντήσαμε.

Έρωτας: όσο υπάρχουν το άγνωστο και οι αυταπάτες.

Παλιούς σου φίλους που τους βλέπεις με συγκίνηση - παλιούς σου έρωτες με αποστροφή.

Όλοι κομπλεξικοί με το ήθος.

Αγαπούσε ακόμη και τον αριθμό του τηλεφώνου της.

Δεν φοβόταν το θάνατο - τουλάχιστον το θάνατο των άλλων.

Τους αποκαλούσαν: η παρέα των τυμβωρύχων.

Βηματισμοί χωρίς σκοπό στα χειμωνιάτικα προαύλια. Χιλιάδες βήματα, χιλιάδες μέρες.

Θυμούμαι, άρα υπάρχω.

Το δήθεν χαμένο παρελθόν.

Μου είπες: οι αναμνήσεις είναι η ζωή.

Δε λύγισε από κτηνωδία.

Έγραψε το στίχο: " αν έλειπε αυτό το σιγανό τρυπάνισμα στο μυαλό", κι ύστερα σταμάτησε.

Δεν υπάρχει πνευματικός ηρωισμός.

Ο «Πιερρότος» του Ρώμου Φιλύρα.

Επισκευαστής αναμνήσεων.

Ζω μισά.

... Και ποτέ μην ξεπέσεις στο αχ εμείς οι καημένοι. (Δε θέλει παρά ένα βηματάκι να το σκεφτούν οι άλλοι για σένα.)

Έλπιζες από απελπισία.

Έλα εδώ-δε θα µας βρουν.

Με περνούσες μόνο επτά χρόνια αλλά πρόλαβες να πολεμήσεις στην Ισπανία.

Παρά τα όσα γράψανε τα βιβλία, στο κελί του τραγουδούσε όλη νύχτα τη Ραμόνα.

Δυο κατηγορίες πάντα: οι δρώντες και οι θεατές.

Το ήξερε πως δε θα άντεχε στο Μεγάλο Πόνο.

Τα παλιά τετράδια του παιδιού μου.

Ψάχνοντας τις λέξεις άρχισε το ψέμα.

Την αγάπησε γιατί έπρεπε κάποτε ν’ αγαπήσει.

Στην εβραίικη γειτονιά τα παιδιά δεν τον παίζανε γιατί δεν ήταν εβραίος.

Καλλιεργούν το μύθο της επικείμενης Επανάστασης.

Τώρα πια στην Τέχνη όχι μεγέθη — απλώς αποχρώσεις.

Έψαξε — τίποτα κάτω από τις λέξεις.

Καλλιέργεια χωρίς φθορά.

Ο μύθος της διαρκούς προόδου.

Τα άδεια γήπεδα.

Όσο πιο φωναχτά εναντίον του κατεστημένου.

Οι επαγγελματίες πεπειραμένοι.

Πάντα συντηρητικός στα μη ουσιώδη.

Απλώς ν’ αντιγράφεις τα συμβάντα της ζωής σου.

Στο συρτάρι ανακάλυψε ένα τετράδιο με σημειώσεις του πατέρα του.
                             
Ο σπαραγμός της κοινοτοπίας.

Οι ίδιες λέξεις που λέμε όλοι.

Μιλούσε συνεχώς με παρενθέσεις και αποσιωπητικά, σαν τυφλός που βάδιζε σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο έπιπλα

Όμως γιατί αυτός ο κόμπος εδώ στο στήθος...

Περιθώριο στο "Περιθώριο".

Ερημιά γύρω σου σιγά σιγά.

Ήθελε να ήταν ζωγράφος για να ζωγραφίζει μόνο τα χέρια της.

Τη ζωή που στερήθηκαν.

Το ανανεούμενο αίσθημα ενός επικείμενου κακού.

Απαίτηση της αλήθειας — ποιάς αλήθειας;

Η παραλία ήταν σα σκηνικό ή του φαινόταν ειδικά εκείνο το βράδυ.

Τελικά κατάληξαν στα ίδια πάλι λόγια: φιλία, κατανόηση, εμπιστοσύνη.

Χρόνια ύστερα από το θάνατό του, εσύ έστελνες στη μάνα του κάθε μήνα ένα γράμμα από το πακέτο που σου είχε εμπιστευτεί.

Είχε ζήσει δύο ολόιδιες σκηνές πριν από την «Καζαμπλάνκα».

Η ταβέρνα λεγόταν «Η ωραία Σεβίλλη».

(Γηράσκω αεί αναθεωρών)

Δεν ήξερε κανείς τους ποιός ήταν ο Γιάννης ο Σαλάς.

τόση κακότητα εν ονόματι του ανθρωπισμού

Πόσα άλλα κρυμμένα βαθιά...

Όμως ποτέ δε θα μου εξηγήσεις το πως και το γιατί.

Τα ταξίδια που δεν έκανε.

Η διαδοχή των ημερών.

Το παρελθόν μιας αυταπάτης.

Ήξερε πως δεν είχε πεθάνει αλλά δεν επρόκειτο ποτέ να την ξαναδεί.

Παλιές μεγάλες οικογένειες στα γαλλικά μυθιστορήματα, πολλά αδέρφια, πολλά ξαδέρφια συνομήλικα, μεγάλα εξοχικά σπίτια — καλοκαίρια.

Ο Κάλβος και ο Σολωμός έζησαν είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη χωρίς ποτέ να συναντηθούν.

Μετά από χρόνια κατάλαβε πως καμιά δεν αγάπησε όσο την Εδουάρδα.

Έτσι ένα βράδυ, όπως είχε πιάσει κάτι σαν παραμιλητό τον Ραούλ.

Κυνηγούσε με μανία τις παλιές ταινίες για να ξαναζήσει τα νιάτα του.

Οι λαϊκές παροιμίες: η αποθέωση της συμβατικότητας.

‘Ύστερα από οχτώ χρόνια έμαθε πως το τηλέφωνό της εκείνο το βράδυ ήταν χαλασμένο.

Έβγαζε κάθε δέκα χρόνια μια φωτογραφία στην ίδια πάντα στάση.

Νόμισε πως όλα τα είχε γράψει για κείνη –μα εκείνη δεν είχε ακόμα γεννηθεί.

Πράγματα που δε λέγονται – και δεν εξηγούνται.

Ο Μπαχ

Οι τίτλοι στα «Περιεχόμενα» άμα τους διάβαζες στη σειρά, φτιάχναν ένα καινούργιο ποίημα - το πιο όμορφο ποίημα, χωρίς λόγια περιττά, χωρίς φιλολογία, χωρίς φτιασίδια.

Πλήθος περιφερόταν χρόνια µέσα στο σπίτι του αλλά κανείς δε µπήκε στο καµαράκι κάτω απ' τη σκάλα

Έβρεχε πάλι...

Σιωπή.

Προσπαθούσε να σε πείσει πως όλα είχαν αλλάξει, όμως εσύ τα 'βλεπες γύρω σου απελπιστικά όμοια.

Εμένα θα μου άρεσε με μια μουσική υπόκρουση, είπες, όπου θα καθόριζες εσύ τα κενά της σιωπής.



 Υ.Γ. Μανόλης Αναγνωστάκης, 1983 / 124 ποιητικά θραύσματα

100 αντίτυπα εκτός εμπορίου  / στο εμπόριο το 1992



Μανόλης Αναγνωστάκης - Νόρα και Δημήτρης Χριστοδούλου, Θεσσαλονίκη 1959                                                                                   Υ.Γ., 1983, εκτός εμπορίου  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...