Ο Καραγκιόζης | Το Θέατρο Σκιών στην Ελλάδα

  Σωτήρης Σπαθάρης, Ρεκλάμα για παράσταση Καραγκιόζη

Η Καταγωγή

Διαφορετικοί θρύλοι έχουν διαμορφωθεί σχετικά με την καταγωγή του Καραγκιόζη. Η ανάπτυξη του Θεάτρου Σκιών στην Ινδία, σημειώνεται γύρω στα 200 π.Χ. Στην Κίνα εμφανίζεται γύρω στα 200 μ.Χ. Σύμφωνα με το θρύλο, ο αυτοκράτορας της δυναστείας των Han, Wu, έχασε τη γυναίκα του και έπεσε σε κατάθλιψη, ο αυλικός του Qu Yuan θέλοντας να τον παρηγορησει, έφτιαξε τη μορφή της αυτοκράτειρας σε φιγούρα του θεάτρου σκιών προβάλλοντας τη σκιά της σ'ένα πανί.


Wayang Kulit, Indonesia shadow puppets


Ως θέαμα ξεκίνησε αρχικά ως απεικόνιση του κόσμου των νεκρών, κυρίως στη Σιγκαπούρη, την Ταϊλάνδη, το Λάος, το Μπαλί, τη Μαλαισία, την Καμπότζη, την Ινδονησία και την Ιάβα. Στην Κίνα το θέατρο σκιών είχε θρησκευτικό χαρακτήρα. Οι παίκτες ήταν παπάδες, οι νταλαγκ, όπως τους ονόμαζαν. Τα έργα και οι φιγούρες, παρμένες από τη θρησκευτική λατρεία τους ήταν θεότητες, ή Δράκοι. Αργότερα έπαψε να είναι αποκλειστικά θρησκευτική τέχνη, και οι φιγούρες, απέκτησαν ανθρώπινη μορφή και κίνηση.

«Η πρώτη ιδέα του Καραγκιόζη οφείλεται όχι εις τους Πουπάτσι, τους παλαιότερους γελωτοποιούς της Ιταλίας, αλλά μάλλον εις τους Άραβας, τον Χαγιάλ, τον άραβα γελωτοποιό, και τον σεταρέ (μπερτέ), τα οποία εκθειάζουν οι Άραβες συγγραφείς του ΙΓ αιώνος.» José Rizal, εφημ. ''Παναθήναια''


Karagöz and Hacivat, Turkish Shadow puppet theatre


Σύμφωνα με ένα άλλο θρύλο, ο Hacivat και ο Karagöz συμμετείχαν στην κατασκευή ενός τζαμιού για τον σουλτάνο Ορχάν Ι (1326-59), ο πρώτος ως επιστάτης και ο δεύτερος ως εργάτης. Οι διάλογοι των δύο ανδρών ήταν τόσο διασκεδαστικοί ώστε οι υπόλοιποι εργάτες σταματούσαν την εργασία τους και τους παρακολουθούσαν. Όταν ο σουλτάνος πληροφορήθηκε την καθυστέρηση των εργασιών, διέταξε το θάνατο του Karagöz και του Hacivat. Αργότερα μετάνιωσε για την πράξη του και ο Şeyh Mehmet Küşteri δημιούργησε τις φιγούρες των δύο ηρώων με σκοπό να παρηγορήσει τον σουλτάνο.


Karagöz and Hacivat, Supporting Shadow Puppet theatre characters


Ένας  άλλος θρύλος για τον Καραγκιόζη αναφέρεται στην ιστορία ενός έλληνα από την Υδρα, του Γ. Μαυρομάτη και τοποθετείται χρονολογικά περίπου τον 18ο αιώνα. Ο Μαυρομάτης, λέγεται ότι ήλθε στην Τουρκία από την Κίνα με το θέατρο σκιών του. Αποφασίζοντας να εγκατασταθεί πλέον μόνιμα στην Πόλη, προσάρμοσε τόσο τη ζωή του όσο και το θέατρό του στα ήθη των τούρκων και ονόμασε τον πρωταγωνιστή του Καραγκιόζ, που στα τούρκικα σημαίνει μαυρομάτης.

Σαν δρώμενο των μουσουλμανικών μοναχικών ταγμάτων, το Θέατρο Σκιών έστησε το τσαντήρι του στα μοναστήρια, στους τεκέδες, αλλά και στα εργαστήρια των βιοτεχνών του Παζαριού. Το Τούρκικο Θέατρο Σκιών απευθυνόταν σε  ενήλικες άντρες και παιζόταν σε καφενεία. Βέβαια ο Karagioz, που είχε έναν τεράστιο φαλλό, αυτόν που στην Ελλάδα έγινε τεράστιο χέρι. «Ο Καραγκιόζης εις την Τουρκίαν είναι υποκριτής του Τουρκικού θεάτρου το οποίον παριστάνεται εις καιρόν ρεμεζανίου, όστις κρυμμένος όπισθεν της σκηνής, χωρίς δι’ όλου να φαίνεται, δι’αναισχύντων λόγων παριστάνει ασυρράπτους ομιλίας.» ''Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος'', Δεκέμβριος 1827


Σωτήρης Σπαθάρης, Σήμερον η κόλασις και η παράδεισος, πίσω όψη


O Καραγκιόζης στην Ελλάδα

Η παλαιότερη μαρτυρία για παράσταση Καραγκιόζη στον ελλαδικό χώρο χρονολογείται το 1809 και την τοποθετεί στην περιοχή των Ιωαννίνων. Αφορά παράσταση στην τουρκική γλώσσα, όπως περιγράφεται από τον ξένο περιηγητή John Hobhouse, την οποία παρακολούθησε και ο λόρδος Byron. Παράσταση Καραγκιόζη αναφέρεται και από τον διπλωμάτη François Pouqueville στο έργο του Voyage dans la Grèce που εκδόθηκε το 1820. Οι πρώτοι Καραγκιοζοπαίχτες στα Ιωάννινα ήταν Αθίγγανοι και Εβραίοι. Η παράδοση αναφέρεται στην ιστορία του Ζακόμπ που δημιουργεί ένα θέατρο με φιγούρες από χαρτόνι που πηγαινοέρχονται πίσω από ένα άσπρο πανί που φωτίζεται εσωτερικά, με θέμα τα σκάνδαλα της αυλής του Αλή Πασά, όπου στο Σαράι του παιζόταν τούρκικος Καραγκιόζης. Το θεατρικό θέαμα διαδόθηκε και άρχισε έκτοτε να παίζεται στην ελληνική γλώσσα, διατηρώντας τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά, διαμορφώνοντας όμως παράλληλα περιεχόμενο αντλημένο από την ελληνική παράδοση.


Ευγένιου Σπαθάρη, Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι      Σπυρόπουλος - Βασίλης Ανδρικόπουλος ή Βασίλαρος, Κολλητήρια


Οι καραγκιοζοπαίχτες της εποχής ήταν πολύγλωσσοι, έπαιζαν στα τουρκικά, στα αρβανίτικα, εβραϊκά, ελληνικά. Παιζόταν, βέβαια, στην ελληνική γλώσσα αλλά αποτελούσε θέαμα ακατάλληλο, χυδαίο ενώ τα βασικά του στοιχεία ήταν τούρκικα. Επρόκειτο άλλωστε για θέατρο που περιόδευε από περιοχή σε περιοχή ξεκινώντας κυρίως από την Πόλη. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που περιόδευαν στον ελληνικό χώρο ήταν και ο Γιάννης Μπράχαλης ή Βράχαλης, ο οποίος το 1860 έφερε τον καραγκιόζη από την Κωνσταντινούπολη στον Πειραιά. Στα 1841 στο Ναύπλιο , στην εφημερίδα 'Ταχύπτερος Φήμη', όπου αναφέρεται μια παράσταση καραγκιόζη στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. «Την 21 του παρόντος, θα παρουσιαστεί εις Ναύπλιον η κωμωδία του Καραγκιόζη, έχουσα αντικείμενον τον Χατζ-Αββάτην και Κουσζούκ-Μεϊμέτην» «Διαρκούσης της τελετής ο Κουτσουτζούκ-Αντρίας έπαιζε το κουμουζουλουπέ μασκαρατζίκ με το κύμβαλον κατά Κουκουζέλην, εξομοιούμενον με την δυωδίαν της Νόρμας».


Φιγούρες, παράσταση Καραγκιόζη
Σωτήρης Σπαθάρης, Θέατρο σκιών του καλλιτέχνη Σ. Σπαθάρη, 1944


Στην εφημερίδα 'Αθήνα', αναφέρεται παράσταση Καραγκιόζη στα 1854 σε συνοικία της Πλάκας. «Την εν τισιν καφενείοις παράστασιν του λεγόμενου Καραγκιόζη»,«αισχρών και ασέμνων πράξεων σκηναί παρίστανται δια των νευροσπάστων εις τα βωμολοχικά τοιαύτα των Ασιατών θέατρα», «απειράριθμον πλήθος διαφόρων παίδων, και πολλοί μάλιστα εκ των μαθητών των γυμνασίων και των σχολείων μας, δεν παύουσι συχνάζοντες εις αυτά καθ’εσπέραν αδιακόπως». Ο Γιάννης Μπράχαλης έπαιζε σε τον τούρκικο Καραγκιόζη σε συνοικιακά καφενεία στην Αθήνα. O οθωμανικός Καραγκιόζης μετά τα μέσα του 19ου αιώνα σταμάτησε σχεδόν να παίζεται στην Αθήνα, είτε λόγω των αστυνομικών απαγορεύσεών του ως άσεμνου θεάματος είτε επειδή τον εξοβέλισε η εισβολή των καφέ σαντάν, κατέφυγε όμως στα μικρά λιμάνια, τον Πειραιά, την Πάτρα, τη Σύρα. Ο Πατρινός ψάλτης Δημήτριος Σαρδούνης, γνωστός με το ψευδώνυμο Μίμαρος ήταν αυτος που έδωσε στον Καραγκιόζη την καθαρά ελληνική μορφή του τη δεκαετία του 1890.


 Μίμαρος του Ευγένιου Σπαθάρη                                              Το Κολλητήρι του Μίμαρου


Ο Δημητρίος  Σαρντούνης (1859-1912) ή  Μίμαρος, λόγω της εξαιρετικής μιμητικής του ικανότητας. Έφερε σκηνικές αλλαγές, καινοτομίες στην κατασκευή των φιγούρων και μια σπάνια μουσική  διάλεκτο. Χρησιμοποίησε πρώτος την ασετιλίνη ως μέσο φωτισμού, κατασκεύασε φιγούρες από χαρτόνι, μεγάλωσε  το μήκος της σκηνής από 2 σε 4 μέτρα. Μεταμόρφωσε τον Καραγκιόζη σε μακρυχέρη και καμπούρη, βγάζοντας τον από το τούρκικο χαμάμ. Απάλλαξε τον Καραγκιόζη από τις βωμολοχίες  και τις  ανηθικότητες  του Τουρκικού Θεάτρου Σκιών και εισήγαγε  στο  ρεπερτόριό του νέα θεματολογία, που αντικατόπτριζε τις  αναζητήσεις των πολιτών  της  προβιομηχανικής  εποχής.
   Ο Μίμαρος φυλακίστηκε αρκετές φορές λόγω των φιλοαναρχικών ιδεών του και των φιλικών σχέσεων που διατηρούσε με κάποιους αναρχικούς όπως τον Δημήτρη Μάτσαλη. Πέθανε 37 ετών αλκοολικός, με ταραγμένα τα νεύρα του. Το έργο του συνέχισαν οι τρεις βοηθοί και μαθητές του, Γιάννης Ρούλιας, Μέμος Χριστοδούλου και Θόδωρος Θεοδωρέλλος.

Σχολές Καραγκιόζη:  της Πάτρας, συνέχιση  του Μίμαρου,  της Ρούμελης, από τον Γιάννη Ρούλια (1872 -1905) ή Καρπενησιώτη και της  Θεσσαλίας, από  τον Μέμο  Χριστοδούλου.


Το Πανελλήνιο Σωματείο Καραγκιοζοπαιχτών, 27 Αυγούστου 1925, μνήμη Αγίου Φανουρίου, προστάτη του Σωματείου.


Το 1924 ιδρύεται στην Ελλάδα το Σωματείο Ελλήνων Καραγκιοζοπαικτών που αποτελείτο από 120 μέλη, μαθητές του Μίμαρου, του Ρούλια και του Μέμου.
Ιδρυτές του Σωματείου ήταν οι γνωστοί παλιοί καλλιτέχνες του θεάτρου σκιών, Σωτήρης Σπαθάρης και Αντώνης Παπούλιας ή Μόλλας.
Από τους πιο γνωστούς καραγκιοζοπαίκτες και μέλη του Σωματείου ήταν οι: Ανδρέας Αγιομαυρίτης, Γιάννης Μώρος, Μάρκος Ξανθάκης ή Ξάνθος, Κώστας Νταμαδάκης, Χρήστος Χαρίδημος, Παναγιώτης Μιχόπουλος, Γιάννης Παπούλιας, Σπύρος Κούζαρος, Βασίλης Αγαπητός, Ντίνος Θεοδωρόπουλος, Βασίλης Αγαπητός, Βασίλαρος, Γιάννης Πρεβεζάνος, Λευτέρης Κελαρινόπουλος, Μήτσος Μανωλόπουλος και πολλοί άλλοι.


 Καραγκιόζης, Κολλητήρης ή Σπίθας, Μπιρικόγκος ή Πιτσικόκος και Κοπρίτης ή Σβούρας ή Σκορπιός  


Καραγκιοζοπαίχτες. Ο Σωτήρης Σπαθάρης για τους συναδέλφους του.

Αντώνης Παπούλιας ή Μόλλας. Τα θεμέλια της τέχνης του Καραγκιόζη. Δικές του είναι οι φιγούρες Ποπόνιας και Ομορφονιός. Ήτανε άγιος άνθρωπος. Είχε βοηθήσει πολλούς συναδέλφους. Πέθανε από συγκοπή το 1949 ενώ έπαιζε με τον εγγονό του.

Θόδωρος Θοδωρέλλος. Πολά χρόνια έκανε θρίαμβο στην Αθήνα. Πολύ συμπαθητικός και γλυκομίλητος άνθρωπος, αλλά ήτανε αλκοολικός χαρτοπαίχτης κι όταν πέθανε το 1917 η κηδεία του γίνηκε με έρανο. Ο Θεοδωρέλλος ήτανε κι ο δάσκαλός μου.

Μήτσος Μανωλόπουλος. Ο καλύτερος μίμος της τέχνης του Καραγκιόζη. Πολλά χρόνια έπαιξε εκεί που τώρα είναι το «Περοκέ». Είναι ο πρώτος που ανέβασε στη σκηνή τον Μιρικόγκο και τον Κοπρίτη, τ’ άλλα δυο παιδιά του Καραγκιόζη.

Ντίνος Θεοδωρόπουλος. Πολλά χρόνια έπαιξε στην Αμερική. Όταν γύρισε στην Ελλάδα έφερε εδώ τις φιγούρες από τζελατίνα.

Γιάννης Ρούλιας ή Καρπενησιώτης. Εμπλούτισε  τον θίασο  του μπερντέ  με την  παρουσία  του Μπαρμπαγιώργου.

Παντελής Μελίδης. Άριστος παίχτης. Ήτανε και μουσικός, έπαιζε τζαζ. Πέθανε από συγκοπή στην Κατοχή όταν του είπανε μια μέρα στο καφενείο πως οι Γερμανοί ντουφεκίσανε το παιδί του Στέφανο.

Γιάννης Πρεβεζάνος. Καλός παίχτης και τραγουδιστής. Αυτός έβγαλε στο πανί του Καραγκιόζη τον Εβραίο και τα τραγούδια του.

Γιάννης Μώρος. Πολλά χρόνια έπαιξε στην Φρεαττύδα του Πειραιώς. Αυτός έβγαλε τη φιγούρα του Σταυράκη.

Μάρκος Ξανθάκης ή Ξάνθος.  Είδε μεγάλο θρίαμβο στην Αθήνα με τον Καραγκιόζη του. Αυτός έβγαλε τη φιγούρα του Κρητικού.

Λευτέρης Κελαρινόπουλος. Ο Καραγκιοζοπαίχτης της Λιβαδειάς. Αυτός είναι και ο εφευρέτης της σούστας που κάνουνε μεταβολή οι φιγούρες.


Σωτήρη Σπαθάρη


Ο Σωτήρης Σπαθάρης (1892-1973), ο πατέρας του Ευγένιου, στην τέχνη αυτή τελειοποιήθηκε δίπλα στον Θόδωρο Θεοδωρέλλο. Από το 1909 περιόδευε συστηματικά σε όλη την Ελλάδα διαθέτοντας ένα πλούσιο ρεπερτόριο, δικών του έργων, όπως το Κόλασις κ’ Παράδεισος, Ο Αθώος Κυνηγός, Ο Μάγος Σερίφ, Περσεύς & Ανδρομέδα κ.α.. Ο Σωτήρης Σπαθάρης ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης του είδους που εισήγαγε στον Καραγκιόζη την λεγόμενη διαφημιστική "ρεκλάμα", επίσης, θεωρείται και ο δημιουργός της "αποθέωσης", του έμψυχου, δηλαδή, θεατρικού επιλόγου των ηρωικών συνήθως έργων.


 Όφις του Σωτήρη Σπαθάρη                                          Καραγκιόζης του Σωτήρη Σπαθάρη  
Καραγκιόζης του Α. Μόλλα                                               Αντώνης Μόλλας 


Αντώνης Παπούλιας ή Μόλλας (1871-1949) Επινόησε καινούριους τύπους , όπως τον «Σαναλέμε», τον «Πεπόνια», τον «Και Και», τον «Νώντα» και τον σπαρταριστό «Ομορφονιό». Ο Μόλλας εμφάνιζε στις παραστάσεις του τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής του, όπως φιγούρες αεροπλάνων και υποβρυχίων και χρησιμοποιούσε επταμελές μουσικό σύνολο. Ήταν, επίσης, ο πρώτος καραγκιοζοπαίκτης που χρησιμοποίησε ηλεκτρικό ρεύμα ως πηγή φωτισμού. Εκτός από τα παραδοσιακά , έπαιξε και καινούρια έργα που τα έγραφε ο ίδιος και τα τύπωνε σε φυλλάδια το 1925.
  Όταν ο Μόλλας ήταν παιδί, το 1893, οι γονείς του τον έδειραν επειδή έστησε μπερντέ του Καραγκιόζη στην αποθήκη του σπιτιού τους, υπονομεύοντας έτσι την αξιοπρέπεια της οικογένειας. Μετά τις αλλαγές όμως που αυτός και άλλοι επέφεραν στον Καραγκιόζη τέτοιο θέμα δεν υπήρχε, και στο εξής αναφέρονται ως πολύ κοινές οι ερασιτεχνικές παραστάσεις Καραγκιόζη από παιδιά.


Αρετή Μόλλα Γιοβάνου, Ο Αντώνης Μόλλας


''Στο διάλογο που γινόταν με σύντομες φρασούλες, έβλεπες ολοκάθαρα το μεγάλο ταλέντο του. Τότε άλλαζε τις φωνές του και το ύφος του τόσο γρήγορα και έτσι σω­στά, που σ' έκανε να πιστεύεις ότι μέσα στα σπλάχνα του Μόλλα βρίσκονταν όλοι οι άνθρωποι του διαλόγου και καθένας χωριστά έπαιζε το ρόλο του.''

''Την ορχήστρα του πατέρα την αποτελούσαν ένα κοντραμπάσο, ένα αλτικόρνο, μια κορνέτα, μια γκρανκάσα, ένα τύμπανο και πιατίνια. Είχε τους ίδιους μουσικούς πολλά χρόνια και σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί τους όταν έπαψε πια να έχει ορχήστρα. Μια ζωή ολόκληρη!.''

Αρετή Μόλλα-Γιοβάνου, Ο καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας, 1981


Αντώνης Παπούλιας ή Μόλλας 


Αντώνης Μόλλας, Εργολαβία Μπάρμπα-Γιώργου, 1910 
στη φωνή του Καραγκιόζη, του Μπάρμπα-Γιώργου και της κοπέλας 


 Αντώνης Μόλλας, Το αλλόκοτο ταξίδι του Μπαρμπαγιώργου, 1910
 Δίσκος ηχογραφημένος για την Odeon Γερμανίας  


Τζούλιο Καΐμης                                                                                                            Καραγκιόζης του Μέμου Χριστοδούλου 


Βιβλία

Louis Roussel, Le Karaguioze Grec, 1911

Ιούλιος Καΐμης (Giulio Caimi). Καραγκιόζης ή η Αρχαία Κωμωδία στην ψυχή του Θεάτρου Σκιών, 1935
με ξυλογραφίες από ζουγραφιές του καραγκιοζοπαίκτη Αθανασίου Δεδούσαρου και του Klaus Vrieslander

Νίκος Εγγονόπουλος, Ο Καραγκιόζης, ένα ελληνικό θέατρο σκιών, 1969, περιοδικό ‘Λωτός’, αρ. 6

Σωτήρης Σπαθάρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, 1950-60

Δημήτρης Μόλλας, Ο Καραγκιόζης μας. Ελληνικό Θέατρο Σκιών, 2002

Walter Puchner, Οι βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη, 1975

Ἠλίας Πετροπουλος,  Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, 1978


Παν. Καλονάρου, Αντώνης Παπούλιας ή Μόλλας κι ο τραγουδιστής του 


1852. «Κατά την συνοικίαν Πλάκας εσυστήθη ανατολικόν θέατρον, εξοδεύων δέ τις δέκα μόνον λεπτά, πέντε δηλαδή 
εις την είσοδον και πέντε δι’ ένα ναργιλέν, δύναται να διασκεδάση τρείς ολοκλήρους ώρας, εξακολουθών να 
γελά ακαταπαύστως καθ' όλον αυτό το διάστημα.»

 1901. Πλατεία Δεξαμενής «έχουν εκεί νερό κρύο, Καραγκιόζη, και τέσσερας τρελούς, με τους οποίους περνούν την 
ώρα των. Και ο κύκλος των λογίων ευρύνεται από ημέρας εις ημέρας» εφ. Εστία




Η παράσταση ''Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι'', προέρχεται από τον Δημήτριο Μίμαρο ή από τον Γιάννη Πρεβεζάνο με ολοκληρωτή τον Μίμαρο και κατά 
το πέρασμα των χρόνων διαμορφώνεται από τους καραγκιοζοπαίχτες,τα πρώτα χρόνια τιτλοφορείται ως ''Ο φοβερός όφις του αραχνιασμένου σπηλαίου'', ''Ο όφις'', ''Το σπήλαιον του θηρίου'', ''Ο μέγας βόας της Αφρικής'', ''Ο τρομερός βόας του μέγα σπηλαίου'', ''Η πεντάμορφη της Ρούμελης'' και άλλα.


Ο Χρήστος Χαρίδημος (1895-1970) επί το έργον, στην σκηνή του θεάτρου 'Ερμής', 1949


''Καλοκαίρι στον Πειραιά. Ήταν η φωνή του καραγκιοζοπαίχτη, μέσα στη νύχτα που αμυδρά φώτιζε η ασετιλίνη του μπερντέ. Παγίδα αναπόφευκτη για τις αγνές παιδικές φαντασίες. Μέσα σ’ αυτή τη δυνατή φωνή, όλο το μέλλον του οργανισμού τους. Ο Χαρίδημος εκεί κάπου στην Φρεαττύδα και ο μεγαλοπρεπής Δεδούσαρος απέναντι στον Όμιλο των Ερετών, κοντά στο αξιοθαύμαστο σπίτι του Στρίγκου.''
Γιάννης Τσαρούχης, Αγαθόν το Εξομολογείσθαι, 1989


Θέατρο Ερμής, απέναντι από το λεμβαρχείο του Ομίλου Ερετών στην Ακτή Μουτζοπούλου 32, Πασαλιμάνι


Από το 1927 ο Καραγκιόζης άρ­χισε να παίζει με δυο πανιά κι έτσι αλλάζει το σκηνικό χωρίς να χρειάζε­ται διάλειμμα. Τα δυο πανιά μπαλατζάρουνε με σύρμα σε δυο καρούλια, παίχτης και βοηθός τραδάνε το πανί με το νέο σκηνικό που πάει στη θέση του πρώτου σκηνικού. Το πρώτο σκη­νικό ανεβαίνει απάνω και οι θεατές δεν το βλέπουν γιατί το κρύβει η σκη­νή. Αυτό είναι εφεύρεση του καραγκιο­ζοπαίχτη της Θεσσαλονίκης Χαρίλαου Πετρόπουλου (1886-1965).

Ο Πεπόνιας του Μόλλα                                           Ο Καραγκιόζης του Μανωλόπουλου
Ο Καραγκιόζης του Ξάνθου                                      Ο Ομορφονιός του Μόλλα

Κατασκευάστηκαν από τον Σωτήρη Σπαθάρη μεταξύ 1948-50 

Αντώνης Παπούλιας ή Μόλλας                                                    Η εξέλιξη της σούστας

Το 1924 επινοήθηκε από τον Λευτέρη Κελαρινόπουλο ο μηχανισμός της σούστας με 
τον μεντεσέ που έδινε τη δυνατότητα στις φιγούρες να γυρίζουν δεξιά και αριστερά. 

Ο καραγκιοζοπαίχτης Βασίλειος Ανδρικόπουλος ή Βασίλαρος (1899-1979) και ο ζωγράφος Φώτης Ράμμος, 1939

Φώτης Ράμμος (1920-1992) «Έπαιζε Καραγκιόζη σε στυλ Μίμαρου», διακρίθηκε επίσης για τη συμβολή του «στην εξέλιξη του 
σκηνικού», αναφέρει ο Δ. Μόλλας, επιβάλλει τα ''σπετσάτα'', δηλαδή τα έγχρωμα πάνινα σκηνικά και αξιοποίει την προοπτική τους.

Σωτήρης Σπαθάρης                                                          Δημητρίος Σαρντούνης ή Μίμαρος


''Ένα επεισόδιο που μας το διηγήθηκε, σ’ ένα χωριό της Αρκαδίας, ο Μήτσος Βασιλιώτης. Στα 1898, βρίσκεται στην Κηφισιά, τόπο παραθερισμού της υψηλής αριστοκρατίας, όχι πολύ μακριά από την Αθήνα, όπου ο Γιάννης Ρούλιας είχε το θέατρο σκιών του. Ένα βράδυ, ενώ παιζόταν ένα ηρωικό έργο, βλέπουμε με έκπληξη το κοινό να εγκαταλείπει την παράσταση, που έδινε ένας θίασος Όπερας απέναντι από την παράγκα του Ρούλια, και να συρρέουν πολυάριθμοι για να παρακολουθήσουν με ενδιαφέρον και μέχρι το τέλος, το έργο που παιζόταν απ’ τον Ρούλια. Αυτό ήταν, τόσο για τον Ρούλια όσο και για το θέατρό του, πραγματική αποθέωση.'' 

Τζούλιο Καΐμη, Καραγκιόζης ή η αρχαία κωμωδία στην ψυχή του Θεάτρου Σκιών, 1935


Αθανασίου Δεδούσαρου (1880-1936) 
Αθανασίου Δεδούσαρου (1880-1936) 
Αθανασίου Δεδούσαρου (1880-1936) 
Αθανασίου Δεδούσαρου (1880-1936) 


''Οι ρεκλάμες του Δεδούσαρου πάνω στο φτηνό χαρτί του μέτρου, υπόλευκο σαν τον κάμπο των λευκών ληκύθων, ζωγραφισμένες με ώχρα, φούμο, χοντροκόκκινο κι άσπρο (με τα χρώματα που αργότερα θα μάθαινα στα αρχαιολογικά βιβλία πως τα λένει Πολυγνώτια), εκφράζανε με σχήματα και συνδυασμούς χρωμάτων το μεγαλείο της φωνής, που κάνει αισθητή τη βροντή της αυτοσυγκέντρωσης. Ελληνικά πράγματα, ρωμαίϊκα, αναγγέλανε κάθε μέρα, νυχτερινές τελετές του λόγου και της φωνής.''

''Χρόνια προσπάθησα να συλλάβω το μυστικό πού ᾽χαν οι ρεκλάμες του Δεδούσαρου και του Σπαθάρη. Ζωγράφιζα με τα ίδια χρώματα, στο ίδιο χαρτί, μα δεν ήθελα να συνεχίσω μια παράδοση που, άλλωστε, ίσως δεν υπήρχε. Είχαν τόσο πολύ συνδεθεί οι νεανικές μορφές των θεατών του με τις ηρωικές γραφικές και τις αγνές νερομπογιές πού ᾽χαν αυτές οι τόσο απλές και τόσο συναρπαστικές ρεκλάμες, ώστε νόμιζα πως αν τις αποδώσω αυτές τις νεανικές μορφές θά ᾽χω συνεχίσει ό,τι αξίζει στις ρεκλάμες αυτές.''

Γιάννης Τσαρούχης, Αγαθόν το Εξομολογείσθαι, 1989


Βασίλης Ανδρικόπουλος ή Βασίλαρος (1899-1979)

Το 1918 ο Δημήτρης Μανωλόπουλος έφερε από την Αίγυπτο την τεχνική της επεξεργασίας και ζωγραφικής του δέρματος και έτσι, σταδιακά, οι περισσότερες φιγούρες 
από σκληρό χαρτόνι και σπανιότερα από τενεκέ, αντικαταστάθηκαν από διαφανείς χρωματιστές, οι οποίες κατασκευάζονταν από δέρμα μοσχαριού ή καμήλας.

Τάσος Ασωνίτης (1898-1966) Ομορφονιός και Χατζηαβάτης
Τάσος Ασωνίτης                                                                                 Χρήστος Χαρίδημος με τον καραγκιόζη του, 1935-36

Τάσος Ασωνίτης (1898-1966) Καταγόταν από την Μικρά Ασία, από όπου ήρθε ως πρόσφυγας στην Ελλάδα το 1922. 
Μετά από το 1922 (και μέχρι τη δεκαετία του 1960) δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά, κυρίως, στην Πρέβεζα.

Χρίστος Βενεκάς η Πετρόπουλος (1882-1930)                                                              Καραγκιόζης

Χρίστος Βενεκάς η Πετρόπουλος (1882-1930) Η πρώτη καταγεγραμμένη καλλιτεχνική του εμφάνιση, εντοπίζεται στα 1908 στο Αλκαζάρ. Ήταν μαθητής του Χαρίλαου Πετρόπουλου από τον οποίο πήρε και το παράνομα Πετρόπουλος, μαθήτευσε όμως και στον Μέμο Χριστοδούλου με τον οποίο συνεργάστηκαν την περίοδο 1919-20. 

Ντίνος Θεοδωρόπουλος στην Αμερική, 1924    Σωτήρης Σπαθάρης, Ο Καπετάν Καραφωτιάς και ο Μαύρος Πασσάς

Ντίνος Θεοδωρόπουλος (1890-1975) Στην Αμερική δίνει παραστάσεις για χρόνια. Το 1929 επιστρέφει στην Ελλάδα και φέρνει μαζί του την καινοτομία τής έγχρωμης 
φιγούρας πάνω σε ζελατίνα, το μικρόφωνο και την μουσική από φωνογράφο, κι επίσης ήταν ο πρώτος που διαφήμιζε τις παραστάσεις του με φειβολάν.

Σωτήρης Σπαθάρης, Ρεκλάμα για παράσταση Καραγκιόζη


''Δεν πρόκειται μόνο για τη μεσαιωνική τέχνη πού βρίσκουμε ξανά στις αφίσες του Καραγκιόζη, στις ζωγραφιές πού κρέμονται στα γαλατάδικα, σε ορισμένες λαϊκές εικόνες.[] Εδώ εμφανίζεται ξανά η αρχαία θεώρηση. Πρόκειται για αρχαϊκή τέχνη. Τα περιγράμματα δεν είναι πια φαιά. Η μαύρη γραμμή κυκλώνει το αντικείμενο. Άλλωστε γενικά, τα φαιά χρώματα εξαφανίζονται. Αντικαθίστανται από τα κίτρινα, τα πορτοκαλιά και τα κόκκινα. Όλα τα χρώματα χάνουν τούς γλυκερούς τόνους και εκείνους πού αντιστοιχούν στους τόνους τής ατμόσφαιρας και αποκτούν μια σχεδόν πρωτόγονη ειλικρίνεια και ένταση. Οι αντιθέσεις, είτε πολύ έντονες είτε απαλυμένες, είναι πάντα σαφείς. Το σχέδιο γίνεται γεωμετρικό, αφηρημένο, πολυεδρικό, κατ' εξοχήν διακοσμητικό.''

 Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Ανίχνευση της Ελληνικότητος, 1994


Σωτήρης Σπαθάρης, Ρεκλάμα για παράσταση Καραγκιόζη


«Επήγαμε τουρνέ, βρήκαμε και όργανα που ήτανε κι αυτοί λουόμενοι». Σωτήρης Σπαθάρης

''Ο Μόλλας κι ο Χαρίδημος είχαν στην ορχήστρα μέχρι δέκα όργανα: κλαρίνο, βιολί, σαντούρι ή πιάνο, ακορντεόν, τρομπέτα, κορνέτα, κιθάρα και «γκρανκασοτάμπουρο» (μεγάλο τύμπανο με πιατίνια). Σπουδαίοι μουσικοί, όπως ο Σμυρνιός βιολάτορας Γιάννης Δραγάτσης ή Ογδοντάκης, ο κλαριντζής Σταλίμερος, αλλά κι ο Γιώργος Μουζάκης στα πρώτα του βήματα,  δεν συνόδευαν απλά τους τραγουδιστές αλλά έπαιζαν, πριν από την έναρξη, στο διάλειμμα και στο τέλος της παράστασης τραγούδια της εποχής κι εμβατήρια, ενώ -όχι σπάνια- ακολουθούσε λαϊκό γλέντι.''

Γ. Καζαντζής, Χαρακτήρες και μουσικά στερεότυπα στο θέατρο σκιών, 2010


Ευγένιος Σπαθάρης, 1924-2009, Παράσταση Καραγκιόζη 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...