Ηθοποιός Της Δεκαετίας Του '60 ιστορεί το Ρόλο που τον Ανέδειξε σε μια Επαρχιακή Ελληνική Πολιτεία | Μάνος Ελευθερίου, 1987

Μάνος Ελευθερίου, Αναμνήσεις από την όπερα, 1987


Μέσα στους κήπους τον είδα και μες στα χαλάζια.
Η κόκκινη σκιά μου πήγε στην άκρη τρέμοντας.
Το σιδερένιο ρούχο του μιλούσε κεραυνούς.
Από κάπου ερχόταν μουσική, τραγούδια διασκέδασεις.
Σ' όλες τις γλώσσες τον παρακάλεσα και μ'όλα τα συνθήματα.


Σε γυάλινο μέγαρο μπήκαμε και μας χειροκρότησαν.
Δεν ξερω πως, θυμήθηκα τη σύλληψη του Λένιν και της Λουξεμπουργκ.
Από μια μαύρη χαραμάδα κοίταξα: τα δέντρα!
Συγγενείς μου ήταν και φίλοι μου
με τους ορούς και τις γάζες.


Αδύνατο να πετάξω πιά και να κάνω θαύματα.


Υποκλίθηκα στο κοινό
και όπως ήμουν με τα ρούχα της παράστασης
τράβηξα νηστικός για το ξενοδοχείο μου.



Μάνος Ελευθερίου, Ηθοποιός Της Δεκαετίας Του 60 
ιστορεί το Ρόλο που τον Ανέδειξε σε μια Επαρχιακή 
Ελληνική Πολιτεία
συλ. Αναμνήσεις απο την όπερα, 1987


2 σχόλια:



  1. Με τους νεκρούς γονείς παρέα | Στην πρόσκλησή μου ήρθαν μαζί | Κι απ’ το Νταχάου οι αδελφές του | Που καίγονταν φωτιές του Ηφαίστου | ήρθαν κι αυτές εδώ πεζή | Τη δόξα του ήθελα να ζήσω | κι ήταν το γεύμα μια αφoρμή | Μα ήρθε παρέα με τους άλλους | δεμένους, απ’ τους αστραγάλους | Και να τoυς διώξω ήταν ντροπή | Ο Φραvτς και η µητέρα Κάφκα | καθίσανε στον καναπέ | Οι αδελφές και ο πατέρας | Σταθήκαν όρθιοι, σαν αέρας | σαν τρεις αµίλητες πουπέ | 'Eσβησα αμέσως τρεις λαμπάδες | κι εφτά ασπρόμαυρα κεριά | Τις σκοτεινές μη δούν τις σκάλες |[ ]| Τα χέρια του ήταν παγωμένα | Και σαν χαρτιά μεταξωτά | καίω από λόγια σκουριασμένα | σε μαγαζιά βομβαρδισμένα | μας φωτογράφιζαν κλεφτά. |[ ]| Λυσσούναν γύρω του σκυλιά. |[ ]| Άρχισε να μας παίζει πιάνο | και οι αδελφές του τα βιολιά | Mα οι γονείς κλείσαν τ'αυτιά τους | μαζί με τ’ αμαρτήματα τους | λες πως ο γιος τους τρώει γυαλιά | Ο Φραντς μου ζήτησε συγγνώμη | και μου μιλάει στα γαλλικά | να τον γλιτώσω απ' την αγχόνη | κι από το Μαύρο που ζυγώνει | και που θα φθάσει ξαφνικά |[ ]| Το γεύμα έτοιμο. Στην τρίχα. | Παντού χρυσά και ασημικά | Πρωτοχρονιά θαρρείς, πως είχα. |[ ]| Ξάφνου ακούστηκε ο πατέρας, | σαν τον Ιβάν τον Τρομερό: | «Μην τρως» του λέει και «δεν κάνει» | Στην κοπριά βάζεις λιβάνι | Βούρδουλα θες κι όχι γιατρό | Μην τρως σαλάτεs με τα ψάρια | Άχρηστος είσαι και μισός | Οι Εβραίοι τρων μαργαριτάρια |[ ]| Αυτά που γράφεις είναι αστεία | Και της κατάντιας σου η αιτία | Λεφτά να βρεις. Να σ' ευλογώ | Και πώς, γιατί να μας καλέσεις | Σ’ αυτό το σπίτι τ’ ορφανό; | Μόνο να κάνω υποθέσεις | Γι' αυτές τις ύποπτες τις σχέσεις | Μπορώ-και δεν αυτοκτονώ» | Αυτό δεν ήτανε πια γεύμα | Αυτό ήταν Δείπνος Μυστικός | Που όλα θα τέλειωναν στo αίμα | και σαν αρρώστια σ' ένα δέρμα | που είχε σειρά ο πανικός | Κλαίγαν οι αδελφές στην άκρη | κι η μάνα τους με σπαραγμό | Η Πράγα φταίει, n Πράγα αγκάθι | σαν κόκαλο ψαριού μου εστάθη | στον χάρτινο μου τον λαιμό.


    Μάνος Ελευθερίου / Γεύμα με τον Φραντς Κάφκα
    [στόν Β. Χατζηγιαννίδη]
    Εντευκτηρίο / τ 104 / Ιαν.- Μάρ. 2014

    .

    ΑπάντησηΔιαγραφή


  2. Μετά την παράσταση
    έμεινε κρυφά στο υπερώον
    στα σκοτεινά.
    Η αυλαία ολάνοιχτη.
    Εργάτες της σκηνής,
    φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
    ξεστήνουνε τα σκηνικά,
    μετέφεραν στο υπόγειο
    ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
    σβήσαν τα φώτα,
    έφυγαν,
    κλείδωσαν τις πόρτες.
    Σειρά σου τώρα,
    χωρίς φώτα,χωρίς σκηνικά και θεατές,
    να παίξεις εαυτόν.



    Στο Υπερώον / Γιάννης Ρίτσος / Αθήνα / 4.ΙΙΙ.85

    .

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...