Το σώμα μου και εγώ | Rene Crevel, 1925


''Τη μοναξιά επιθυμούσα, την επιθυμούσα διακαώς, μέσα στα θέατρα όπου το κόκκινο του βελούδου των καθισμάτων, εδώ και μήνες, μου φαινόταν σαν να είναι το ίδιο το χρώμα της πλήξης. Μόνο η μοναξιά, την οποία αναζητούσα στους δρόμους, όταν τα σπίτια, στο τέλος της μέρας, έλαμπαν - για νέους πειρασμούς - μέσα στα πέτρινα πουκάμισά τους, με ένα χιτώνα περιπλεγμένο μέχρι το εξωπραγματικό.
  Έμπαινα ακόμα στα μέρη όπου χορεύουν, πίνουν, λαίμαργος για αλκοόλ, για τζαζ, για όλα αυτά που σε μεθάνε, και μέθαγα, αδιάφορος γι' αυτά που άκουγα, αδιάφορος  που χόρευα, που έπινα, για να ξεχάσω τους άλλους που με είχαν περιορίσει αλλά δε με είχαν βοηθήσει.''

''Στους φίλους μου, στους εχθρούς μου οφείλω την πιο σκληρή ενόχληση: τα μάτια τους, τα δικά μου μάτια, υγρά, σε διαφορετικές πυκνότητες που διασταυρώνονται αλλά δεν  μπορούν ποτέ να διεισδύσουν τα μεν στα δε, να μπερδευτούν.''

                                                                                                     < Rogi Andre, Rene Crevel, 1930
''Η τρέλα μου υπήρξε τέτοια, που στο σκυθρωπό δρόμο που ακολούθησα ζήτησα από κάθε πλάσμα που συνάντησα όχι τη διασκέδαση, όχι κάποια εξύψωση, την οποία θα μπορούσα ν' αγγίξω, να φτάσω μέσω της αγάπης και του έρωτα, αλλά το απόλυτο.
   Το απόλυτο; Χανόμουνα. Έπρεπε να κατηγορήσω τον εαυτό μου ως εγωιστή ή να πω, αντίθετα, για να τον υπερασπιστώ, ότι έψαχνα στους ανθρώπους την αποκάλυψη μιας παγκόσμιας ψυχής; Αλίμονο! Μόλις που μπορούσα, μερικές φορές, να ξαναανακαλύψω αυτόν τον μικρό σωρό από κόκαλα, θυλάκια ηδονής, συγκεχυμένες ιδέες και ξεκάθαρα αισθήματα που έφεραν το όνομα μου.
   Λίμνες γεμάτες απογοητεύσεις, που τις νόμισα καθρέφτες, πώς ν' αγαπήσω  κι άλλο τα ξένα μάτια;
   Και μια μέρα, αυτό που είδα διάφανα, μέσα στα μάτια μου αυτή τη φορά, ήταν τα μάτια τους, τα μάτια των άλλων. Οι άλλοι, που δεν μπορούσα να πιστέψω ότι υπήρξαν και που, ωστόσο, θριάμβευαν σε βάρος μου.
    Από τότε, πώς να μην περιμένω τη στιγμή που, ελεύθερος από κάθε σκέψη, θα μου ήταν δυνατό ν' απαλλαγώ ακόμα κι από την ίδια τη μνήμη.''

 ''Η ευτυχία γεννιέται από τα χτυπήματα που δίνουμε ή από αυτά που δεχόμαστε, και η δυστυχία από αυτά που δε δώσαμε ποτέ, από αυτά που δε δεχτήκαμε ποτέ; Παράξενη ερώτηση για να τη θέτεις στον εαυτό σου, με τα βλέφαρα κλειστά, όταν έρχεσαι να ζητήσεις κάτω από τον ήλιο του Ιουνίου την πιο οικεία και την πιο μοναδική μεταμόρφωση.''

''Η σιωπή θα κάνει τους χτύπους της καρδιάς μου ν' ακούγονται;''

''Πώς να μη βαφτίσω εχθρό μια μνήμη με επίμονες ανακλήσεις;''

''Οι λέξεις που έχουμε μάθει είναι οι πράκτορες μιας πνευματικής αστυνομίας, της οποίας τα αποτελέσματα μας είναι αδύνατο να τα καταστρέψουμε. Αποτελέσματα καλά ή κακά;
Η λογική, η σκέψη υπάρχουν επειδή δεν υπάρχει κάτι καλύτερο.''

''Γιατί να θέλω - και με ποιο δικαίωμα - να ντύσω τη μνήμη μας σύμφωνα με την υποκριτική μόδα των άλλων ανθρώπων; Δεν πρέπει να ξαναενσαρκώνουμε αυτά που αγαπήσαμε πιο πολύ απ' όλα.

''Η μνήμη πρέπει να πάψει, αυτή που προκαλεί τις μέρες της βροχής.''

''Οι άνθρωποι δεν έχουν αναμνήσεις ή ομολογίες παρά μόνο για να κρύψουν αυτό που φοβούνται να ανακαλύψουν στο αληθινό τους πρόσωπο, στο παρόν τους.''

''Ευλογημένα να είστε δάκρυα που ομολογείτε τον πόνο. Ένας πόνος που κρύβεται  με θυμώνει. Η έλλειψή του με κάνει να φαντάζομαι ότι όλες οι ευτυχισμένες εκφράσεις κρύβουν απελπισία. Προτιμώ την αλήθεια. Μ' αρέσουν  τα θεάματα στα οποία δεν εισέρχεται καμία φαντασία.''

''Δε θέλησα να αισθανθώ ότι ζω. Κατέβηκα τα σκαλιά που οδηγούσαν στο υπόγειο και σκοτεινό μπαρ. Χόρεψα,ήπια. Η σάρκα μου έγινε αναίσθητη. Φίλησα όλα τα στόματα για να είμαι σίγουρος ότι δεν αισθανόμουν πια ούτε πόθο ούτε αηδία. Ανάμεσα σε δυο ποτά  συνδύασα υποθέσεις από άρθρα για την επόμενη. Σχεδίασα μια περιπέτεια. Και συσσώρευσα σχέδια πάνω στα σχέδια. Καρφίτσωσα το δέρμα μου που είχε γίνει αδιάφορο. Δάγκωσα το χέρι μου και δεν αναγνώρισα γεύση ανθρώπου. Και να που η αυγή με βρίσκει ξένο προς πράγματα και πρόσωπα.''

''Δεν αναγνωρίζω πια το σώμα της σκιάς του και αναρωτιέμαι: είναι ο άνθρωπος που θέλω, που πιστεύω, που αισθάνομαι ή το αντίγραφο του, κενό από συνείδηση αλλά ικανό να μιμείται όλους τους πόθους, να μεγαλοποιεί τον οδυνηρό πειρασμό τους;

Πολύ λίγοι είναι αυτοί που με βοήθησαν να ανακαλύψω τον εαυτό μου.''


René Crevel, Το σώμα μου κι εγώ, 1925 
μτφ: Γιώργος Μίχαλος
René Crevel, 1930, photographed by Dora Maar ^

3 σχόλια:





  1. Who is with me is against me.

    Francis Picabia

    .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εκείνος,ο Tzara κι ο βοσνισιεντσκι είναι πολύ αξιόλογοι

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...